Έξι παιδιά Γυμνασίου διαμαρτυρήθηκαν για τα σχολεία τους.
Ζήτησαν καθηγητές. Ζήτησαν να μη στοιβάζονται μαθητές σε υπερπλήρη τμήματα. Ζήτησαν ασφαλείς αίθουσες και αξιοπρεπείς συνθήκες εκπαίδευσης.
Και η απάντηση της οργανωμένης Πολιτείας;
Αστυνομικό Τμήμα.
Κράτηση.
Εισαγγελέας.
Κατηγορίες.
Δικάσιμος.
Τρεις ανήλικοι μαθητές πέρασαν τη νύχτα στην Αστυνομική Διεύθυνση Σάμου.
Και εδώ τελειώνουν οι εύκολες δικαιολογίες και αρχίζουν τα πολύ δύσκολα ερωτήματα.
Με ποια ακριβώς νομική βάση κρατήθηκαν ανήλικα παιδιά ολόκληρη τη νύχτα;
Ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας προβλέπει ρητά ότι τα εγκλήματα που τελούνται από ανηλίκους δεν δικάζονται ως αυτόφωρα. Η νομοθεσία προβλέπει επίσης εξαιρετικά αυστηρές προϋποθέσεις για την προσωρινή κράτηση ανηλίκων.
Άρα κάποιος οφείλει να εξηγήσει στην κοινωνία της Σάμου τι ακριβώς συνέβη.
Δεν αρκεί το «έτσι προβλέπει η διαδικασία».
Ποια διαδικασία;
Πότε συνελήφθησαν τα παιδιά;
Με ποια ιδιότητα κρατήθηκαν;
Ποιος έδωσε την εντολή;
Πότε ενημερώθηκε εισαγγελέας;
Γιατί ήταν αναγκαίο να περάσουν τη νύχτα σε Αστυνομικό Τμήμα;
Ποια ανάγκη της έρευνας εξυπηρετούσε το να κρατούνται παιδιά Γυμνασίου σαν να επρόκειτο να εξαφανιστούν από τη χώρα ή να τελέσουν κάποιο βαρύ έγκλημα;
Γιατί εδώ δεν μιλάμε για κακοποιούς.
Μιλάμε για μαθητές.
Και όσο κι αν κάποιος διαφωνεί με τις καταλήψεις —και έχει κάθε δικαίωμα να διαφωνεί— υπάρχει τεράστια απόσταση ανάμεσα στην αποδοκιμασία μιας μαθητικής κινητοποίησης και στην εικόνα ανήλικων παιδιών που περνούν τη νύχτα στην Αστυνομία.
Και ποιος έδωσε τα ονόματα;
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο ερώτημα, ίσως ακόμη πιο ενοχλητικό.
Πώς έφτασε η Αστυνομία στα συγκεκριμένα έξι παιδιά;
Τα ονόματα δεν φύτρωσαν σε κάποιο αστυνομικό γραφείο.
Κάποιος τα γνώριζε.
Κάποιος τα γνωστοποίησε ή υπέδειξε με ποιον τρόπο μπορούν να εντοπιστούν.
Ποιος;
Υπήρξε επίσημο έγγραφο της Αστυνομίας προς τα σχολεία;
Υπήρξε εισαγγελική παραγγελία;
Ζητήθηκε συγκεκριμένα η γνωστοποίηση των στοιχείων συγκεκριμένων μαθητών;
Ή μήπως κάποιος αποφάσισε από μόνος του να παραδώσει ονοματεπώνυμα ανήλικων παιδιών;
Αυτά δεν είναι λεπτομέρειες.
Μιλάμε για προσωπικά δεδομένα ανηλίκων.
Και φυσικά, όταν υπάρχει νόμιμο αίτημα αστυνομικής ή δικαστικής αρχής, η διαβίβαση δεδομένων μπορεί να έχει απολύτως νόμιμη βάση.
Αν όμως δεν υπήρχε τέτοια βάση, τότε το ζήτημα είναι εξαιρετικά σοβαρό.
Γι' αυτό και χρειάζεται μία απλή, καθαρή απάντηση:
Ποιος έδωσε τα ονόματα των μαθητών, σε ποιον, πότε, με ποιο έγγραφο και βάσει ποιας διάταξης;
Τόσο δύσκολο είναι;
Ο διευθυντής είναι παιδαγωγός ή αστυνομικός πληροφοριοδότης;
Και εδώ φτάνουμε στο πιο σκοτεινό σημείο της ιστορίας.
Ο διευθυντής ενός σχολείου έχει ευθύνη για τη λειτουργία του σχολείου. Αυτό είναι αυτονόητο.
Έχει όμως και μια άλλη ιδιότητα: είναι εκπαιδευτικός.
Βρίσκεται μέσα σε ένα σχολείο για να παιδαγωγεί παιδιά, όχι για να δημιουργεί φακέλους υπόπτων.
Αν υπήρξε νόμιμη εισαγγελική ή αστυνομική εντολή, να δημοσιοποιηθεί και να τελειώσει η συζήτηση.
Αν δεν υπήρξε, τότε κάποιος πρέπει να μας εξηγήσει πώς μαθητές που το πρωί βρίσκονταν μέσα στη σχολική κοινότητα βρέθηκαν το βράδυ στο Αστυνομικό Τμήμα.
Γιατί δεν μπορεί να ζητάμε από το σχολείο να διδάσκει στα παιδιά δημοκρατία, ελευθερία έκφρασης και δικαιώματα και, όταν αυτά τα παιδιά αποφασίζουν να διαμαρτυρηθούν, να ενεργοποιείται ένας μηχανισμός που καταλήγει σε χειροπέδες, κρατήσεις και δικαστήρια.
Και κάτι ακόμη για τον περίφημο «νόμο για τις καταλήψεις»
Από το 2020 η κυβέρνηση Μητσοτάκη επέλεξε μια πολύ συγκεκριμένη γραμμή απέναντι στις μαθητικές καταλήψεις: υποχρεωτική τηλεκπαίδευση στα υπό κατάληψη σχολεία, απουσίες και αποκλεισμό από την τηλεκπαίδευση όσων μαθητών θεωρούνταν ότι συμμετείχαν στην κατάληψη.
Με απλά λόγια, αντί το κράτος να αντιμετωπίσει τη μαθητική διαμαρτυρία πρωτίστως ως ένα παιδαγωγικό και κοινωνικό ζήτημα, επέλεξε σταδιακά τη λογική της πειθαρχίας, της καταγραφής και της τιμωρίας.
Και σήμερα στη Σάμο βλέπουμε πού μπορεί να οδηγήσει αυτή η λογική όταν φτάσει στα άκρα της.
Ένα παιδί διαμαρτύρεται για το σχολείο του.
Και απέναντί του δεν βρίσκεται ένας υπουργός που απαντά για τα κενά.
Δεν βρίσκεται μια διοίκηση που εξηγεί γιατί συγχωνεύονται τα τμήματα.
Δεν βρίσκεται κάποιος αρμόδιος να απαντήσει για τις αίθουσες και τα κτιριακά προβλήματα.
Βρίσκεται η Αστυνομία.
Τελικά, ποιος διαταράσσει τη λειτουργία του σχολείου;
Ας θέσουμε λοιπόν και το πιο άβολο ερώτημα:
Τι διαταράσσει περισσότερο ένα σχολείο;
Ένας δεκατετράχρονος που κάνει κατάληψη για μία ημέρα;
Ή ένα σχολείο που ξεκινά τη χρονιά με κενά;
Τι υποβαθμίζει περισσότερο την εκπαιδευτική διαδικασία;
Η διαμαρτυρία ενός παιδιού;
Ή η συγχώνευση τμημάτων και οι μαθητές που στοιβάζονται σε αίθουσες;
Τι είναι μεγαλύτερη απειλή για ένα παιδί;
Το πανό στην πόρτα του σχολείου;
Ή ένα εκπαιδευτικό σύστημα που του λέει ότι για τις ελλείψεις πρέπει να κάνει υπομονή, αλλά για τη διαμαρτυρία του υπάρχει αστυνομικό όχημα διαθέσιμο αμέσως;
Αυτό είναι ίσως και το πιο εξοργιστικό.
Όταν χρειάζονται καθηγητές, ακούμε για διαδικασίες, πιστώσεις, προϋπολογισμούς και καθυστερήσεις.
Όταν χρειάζεται να βρεθούν έξι παιδιά, ο κρατικός μηχανισμός λειτουργεί σαν ελβετικό ρολόι.
Οι απαντήσεις πρέπει να δοθούν τώρα
Δεν ζητά κανείς ασυλία για οποιαδήποτε πράξη επειδή την έκανε μαθητής.
Ζητάμε κάτι πολύ πιο απλό.
Μέτρο. Νομιμότητα. Παιδαγωγική λογική. Διαφάνεια.
Και κυρίως απαντήσεις.
Ποιος έδωσε τα ονόματα;
Με ποια εντολή;
Ποια ήταν η νομική βάση της νυχτερινής κράτησης;
Τηρήθηκαν όλες οι ειδικές εγγυήσεις που προβλέπει ο νόμος για τους ανηλίκους;
Και τελικά:
Ποια Πολιτεία αισθάνεται τόσο ισχυρή απέναντι σε μαθητές ώστε να τους κρατά ένα βράδυ στο Αστυνομικό Τμήμα, αλλά τόσο αδύναμη ώστε να μην μπορεί να τους εξασφαλίσει καθηγητές και αξιοπρεπείς συνθήκες στο σχολείο τους;
Αν αυτή είναι η απάντηση στα προβλήματα της εκπαίδευσης, τότε το πρόβλημα δεν είναι τα παιδιά.
Το πρόβλημα είναι ένα κράτος που, όταν οι μαθητές σηκώνουν το χέρι για να διαμαρτυρηθούν, αντί να τους δώσει τον λόγο, τους παίρνει τα στοιχεία.
Και αυτό θα έπρεπε να ανησυχεί κάθε γονιό, κάθε εκπαιδευτικό και κάθε δημοκρατικό πολίτη — είτε συμφωνεί με τις καταλήψεις είτε όχι.
Νίκος Μιχαήλ

Προσθήκη νέου σχολίου